Μετά από συνεχόμενη άνοδο 7 μηνών και καταγραφή κερδών της τάξεως του 38,3%, ο δείκτης S&P 500 σημείωσε απώλειες 5%. Η υποχώρηση έγινε εν μέσω παραφιλολογίας περι φούσκας στις τιμές των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας και ιδιαιτέρως των κολοσσών που επενδύουν στην τεχνητή νοημοσύνη.
Εμείς εκτιμάμε, ότι η εν λόγω πτώση μπορεί να αποδοθεί σε μέγιστο βαθμό στην πρόσκαιρη επικράτηση του ενδεχόμενου μιας μη μείωσης των παρεμβατικών επιτοκίων της FED στην επόμενη συνεδρίασή της του Δεκεμβρίου.
Πριν αναλύσουμε τα αίτια της πρόσφατης βύθισης του δείκτη, καλό θα ήταν να παραθέσουμε μερικά πολύ σημαντικά στατιστικά στοιχεία.
Σύμφωνα με τον πιστοποιημένο διαχειριστή κεφαλαίων από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και κάτοχο μεταπτυχιακού διπλώματος από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Αλέξανδρο Νικολόπουλο τα τελευταία 5 χρόνια ο S&P 500 έχει αυξηθεί- συμπεριλαμβανόμενων των μερισμάτων- κατά 96% (19,2% ετησίως). Τα τελευταία δε 10 χρόνια έχει αυξηθεί κατά 298% (29,8% ετησίως). Οι αποδόσεις αυτές απέχουν αρκετά από την μακροπρόθεσμη μέση ετήσια απόδοση του 11,9%, αλλά αποδίδεται κατά κύριο λόγο στις συγκλονιστικές αναπτυξιακές εξελίξεις στον κλάδο της υψηλής τεχνολογίας.
Σημαντικό μακροχρόνιο στατιστικό στοιχείο (από το 1928), χρησιμότατο στην επενδυτική τακτική αλλά και στρατηγική, είναι ότι στην διάρκεια ενός έτους εμφανίζονται πτώσεις ύψους:
- 3% 7,5 φορές,
- 5% 3,5 φορές,
- 10% 1,1 φορά,
- 15% 0,5 φορά (1 φορά στα δυο χρόνια)
- 20% 0,3 φορά (1 φορά στα 3,3 χρόνια).
Στο διάστημα λοιπόν των 7 μηνών που μεσολάβησε από το χαμηλό της 7 Απριλίου, στατιστικά θα έπρεπε να έχουν εμφανιστεί 2 υποχωρήσεις της τάξης του 5%. Δηλαδή η πρόσφατη βύθιση, μεσούσης της αδικαιολόγητης κατ’ εμάς παραφιλολογίας, κατά κάποιον τρόπο είχε αργήσει.
Συγκεκριμένα και πάντα σύμφωνα με τον κ. Νικολόπουλο (φωτό) της επενδυτικής εταιρείας HellasFin τα σημαντικά κέρδη που σημείωσε ο δείκτης μετά το χαμηλό του Απριλίου, κατέστησαν μια υποχώρηση της τάξης του 5%, στατιστικά επιβεβλημένη. Θα ισχυριζόμασταν δε ότι μέχρι τον Μάρτιο του 2026 είναι δικαιολογημένη ακόμη και μία διόρθωση ύψους 10%.
Οι υποχωρήσεις αυτού του τύπου θα πρέπει να θεωρούνται αναγκαίες, προκειμένου να απομακρυνθούν τα “αδύναμα χέρια/κάτοχοι ” από τις μετοχές και ανασαίνοντας η αγορά να συνεχίσει την αναρρίχησή της σε υψηλότερα επίπεδα.
Συμπέρασμα από την πρόσφατη βύθιση του δείκτη, η διαμόρφωση ενός χαρτοφυλακίου πρέπει γενικά να μένει μακριά από την κυρίαρχη άποψη σχετικά με την τάση της αγοράς.





