Υπάρχουν πρόσωπα που υπηρετούν έναν τόπο. Και υπάρχουν πρόσωπα που τον διαμορφώνουν. Ο πατήρ Αθανάσιος Ψάλτης, ο δικός μας Παπαθανάσης, ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Η ιστορία του είναι άρρηκτα δεμένη με την ιστορία της Ραφήνας του 20ού αιώνα. Με τις προσφυγικές της ρίζες, τις δυσκολίες της μεταπολεμικής περιόδου, την εσωτερική μετανάστευση, την ανοικοδόμηση, την κοινωνική συνοχή. Και στο κέντρο όλων αυτών, η Παντοβασίλισσα.
Από την Τρίγλια στη Ραφήνα
Η οικογένεια του Ηρακλή και της Ευανθίας Ψάλτη εγκαταστάθηκε στη Ραφήνα το καλοκαίρι του 1923, μαζί με τους υπόλοιπους πρόσφυγες από την Τρίγλια της Μικράς Ασίας. Ο μικρός Θανάσης ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας – δύο αγόρια και δύο κορίτσια.
Η προσφυγιά δεν ήταν απλώς μια γεωγραφική μετακίνηση. Ήταν μια βίαιη αλλαγή ζωής. Φτώχεια, απώλειες, αγώνας επιβίωσης. Σε νεαρή ηλικία χάνει τον πατέρα του σε δυστύχημα. Το βάρος πέφτει στη μητέρα Ευανθία, που ξενοπλένει, καθαρίζει, εργάζεται αδιάκοπα για να μεγαλώσει τα παιδιά της.
Ο Θανάσης βγαίνει κι εκείνος στη βιοπάλη από μικρός. Κάνει κάθε δουλειά που θα βοηθήσει το σπίτι. Όμως, παράλληλα, κάτι άλλο αρχίζει να ωριμάζει μέσα του: η σχέση του με την Εκκλησία.
Όταν η μητέρα του αναλαμβάνει νεωκόρος και καντηλανάφτισσα στην Παντοβασίλισσα, ο νεαρός Θανάσης βρίσκεται όλο και συχνότερα στον ναό. Στέκεται στο αναλόγιο. Ψάλλει. Παρατηρεί. Μαθαίνει. Η Εκκλησία δεν είναι πια μόνο χώρος λατρείας – γίνεται χώρος κλήσης.
Η χειροτονία και η αρχή μιας πορείας
Το 1958 χειροτονείται Διάκονος και το 1959 Ιερέας. Από τότε και για δεκαετίες, το όνομά του ταυτίζεται με την Παντοβασίλισσα και με τη Ραφήνα. Δεν ανέλαβε απλώς έναν ενοριακό ναό. Ανέλαβε έναν πνευματικό πυρήνα ενός τόπου που ακόμα διαμόρφωνε την ταυτότητά του.
Από τις πρώτες του προτεραιότητες ήταν η ολοκλήρωση και η αναβάθμιση του ναού:
ο περιβάλλων χώρος, η κεραμοσκεπή, οι καμάρες, το καμπαναριό, το στρώσιμο με μωσαϊκά, η αγιογράφηση. Με επιμονή, μεθοδικότητα και συνεργασία με τους ενορίτες, η Παντοβασίλισσα αποκτά σταδιακά τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα.
Ιδιαίτερη μέριμνα δόθηκε στην αγιογράφηση του ναού, που ολοκληρώθηκε το 1994 από τον αγιογράφο Μάριο Βαζιά. Δεν ήταν απλώς αισθητική αναβάθμιση· ήταν πνευματική επένδυση.
Μια Εκκλησία γεμάτη
Κατά τις δεκαετίες της διακονίας του, η Παντοβασίλισσα ήταν σταθερά κατάμεστη. Χειμώνα – καλοκαίρι.
Η φήμη του καλλίφωνου ιερέα, σε συνδυασμό με αξιόλογους ιεροψάλτες, δημιούργησε ένα λειτουργικό ύφος που πολλοί θυμούνται ως «Βυζαντινή Μεγαλοπρέπεια». Άνθρωποι κάθε κοινωνικής και οικονομικής τάξης, από τη Ραφήνα αλλά και από άλλες περιοχές της Αττικής, έρχονταν για να παρακολουθήσουν τη Θεία Λειτουργία.
Κι όμως, παρά την αναγνώριση, ο ίδιος παρέμενε βαθιά δεμένος με τους ανθρώπους του τόπου του. Η Εκκλησιαστική Επιτροπή πλαισιωνόταν κυρίως από Τριγλιανούς -πρόσωπα με κύρος, σεβασμό και αγάπη για την Παντοβασίλισσα. Η επιλογή του ήταν σαφής: η Εκκλησία να παραμένει θεμέλιο της προσφυγικής μνήμης και της τοπικής συνοχής.
Ο παπάς του χωριού
Πέρα όμως από το έργο και τη διοίκηση, ο Παπαθανάσης ήταν πάνω απ’ όλα «ο παπάς του χωριού».
Στις 18 Ιανουαρίου, ημέρα της ονομαστικής του εορτής, το σπίτι του γέμιζε κόσμο. Μετά τη Θεία Λειτουργία, το εκκλησίασμα περνούσε για ευχές. Το απόγευμα συνέχιζε το υπόλοιπο χωριό. Το τηλέφωνο δεν σταματούσε να χτυπά. Ήταν μια ημέρα που έδειχνε πόσο βαθιά ριζωμένος ήταν στη ζωή της κοινότητας.
Στις 7 και 8 Σεπτεμβρίου, στη γιορτή της Γεννήσεως της Θεοτόκου και στο πανηγύρι της Παντοβασίλισσας, οι υποχρεώσεις ήταν πολλές. Μα στο τέλος έμενε η χαρά: «Και του χρόνου να είμαστε καλά».
Ήταν παρών σε γάμους, βαφτίσεις, κηδείες. Στις χαρές και στις λύπες. Στις αρχές και στα τέλη. Σε μια εποχή που η κοινωνική συνοχή δεν ήταν αυτονόητη, ο ιερέας συχνά λειτουργούσε και ως άτυπος συνδετικός κρίκος.
Μια εποχή, ένα πρόσωπο
Από τη δεκαετία του ’50 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’90, η Ραφήνα άλλαξε. Μεγάλωσε. Αστικοποιήθηκε. Το λιμάνι απέκτησε νέα δυναμική. Νέοι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν. Όμως, η Παντοβασίλισσα παρέμενε σταθερό σημείο αναφοράς – και μαζί της ο Παπαθανάσης.
Δεν ήταν μόνο λειτουργός. Ήταν φορέας μνήμης. Προσφυγικής μνήμης. Ήθους. Συνέχειας.
Για τους παλαιότερους, η φωνή του είναι ακόμη ζωντανή. Για τους νεότερους, το έργο του είναι ορατό στους τοίχους, στις εικόνες, στον χώρο του ναού. Για όλους, αποτελεί κομμάτι της τοπικής μας ιστορίας.
Κληρονομιά
Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, δεν βλέπουμε απλώς έναν ιερέα που υπηρέτησε επί δεκαετίες. Βλέπουμε μια φυσιογνωμία που ταυτίστηκε με τον τόπο της.
Η ζωή του πατρός Αθανασίου Ψάλτη δεν είναι μόνο βιογραφία. Είναι κεφάλαιο της ιστορίας της Ραφήνας.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό αποτύπωμα:
ότι μέσα από τη διακονία του, η Εκκλησία δεν ήταν απλώς κτίσμα. Ήταν κοινότητα.
Πηγή: Περιοδικό AktiNews









